"Ο πασίγνωστος και εμβληματικός αυτός στίχος «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» ανήκει στον νομπελίστα ποιητή μας Γιώργο Σεφέρη.
Πρόκειται για την εναρκτήρια φράση του δεύτερου μέρους του ποιήματος «Με τον τρόπο του Γ.Σ.», το οποίο γράφτηκε το καλοκαίρι του 1936 (λίγο πριν την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά) πάνω στο ατμόπλοιο «Αυλίς», ενώ ο ποιητής περίμενε να ξεκινήσει.
Το Ιστορικό και η Σημασία του Στίχου
Η διπλή φύση της Ελλάδας: Ο στίχος εκφράζει τη βαθιά, σχεδόν ερωτική αλλά και βασανιστική σχέση του Σεφέρη με την πατρίδα του.
Από τη μία πλευρά υπάρχει το ένδοξο παρελθόν, η απαράμιλλη ομορφιά του ελληνικού τοπίου και του Αιγαίου.
Από την άλλη, κυριαρχεί η απογοήτευση για τη σύγχρονη πολιτική και κοινωνική μιζέρια, την αδράνεια και την επερχόμενη καταστροφή.
Η «Αγωνία»: Στο τέλος του ποιήματος, ο Σεφέρης γράφει χαρακτηριστικά:
«Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937». Το όνομα αυτό συμβολίζει την έντονη ανησυχία του για το μέλλον της χώρας, καθώς έβλεπε τα σύννεφα του ολοκληρωτισμού και του πολέμου να πλησιάζουν στην Ευρώπη και την Ελλάδα.
Διαχρονικότητα: Παρά το γεγονός ότι γράφτηκε πριν από σχεδόν έναν αιώνα, η φράση παραμένει ζωντανή στο συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων.
Χρησιμοποιείται συχνά μέχρι και σήμερα για να περιγράψει το αίσθημα της ματαίωσης που νιώθουν οι πολίτες όταν αγαπούν τη χώρα τους, αλλά πληγώνονται από τις παθογένειές της.
Απόσπασμα από το Ποίημα
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει·παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρουγλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μουκαθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε…
Iδιαίτερα γνωστό από τον εναρκτήριο στίχο του, το ποίημα αυτό παρουσιάζεται από τον τίτλο του ως «μίμηση ύφους» (a la maniére de), με τη διαφορά ότι ο ποιητής εμφανίζεται να μιμείται τον εαυτό του, καθώς τα αρχικά παραπέμπουν στο όνομά του.
Tο ποίημα αναπτύσσεται με τη μορφή περιδιάβασης σε τουριστικούς και αρχαιολογικούς τόπους της μεσοπολεμικής Eλλάδας και εστιάζεται στα αισθήματα αλλοτρίωσης, απραξίας και στασιμότητας, που αποδίδουν τη σχέση των ανθρώπων με τον τόπο, το παρελθόν, τους γύρω τους αλλά και τον εαυτό τους.
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.
Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ' ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.
Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι* κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης*.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Μενελάου»· χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα μ' έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο με χτίκιασαν* οι βαρκαρόλες*.
Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
O ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Oμονοίας»
«Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά κι είν' ευχαριστημένος
«βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό».
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι* όλοι εμείς δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια·περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά· αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε κρατούν «σωσίτριχα»* φωτογραφίζουνται ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ' ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του όλα τα πετεινά τ' ουρανού.
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει κι αν «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς»* είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜOΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚO.
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης* καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ' άσπρα και στα χρυσά.
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει·παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937.
Α/π Αυλίς, περιμένοντας να ξεκινήσει.
Καλοκαίρι 1936
ΠΗΓΗ: Διαδραστικά Σχολικά Βιβλία
https://ebooks.edu.gr/ebooks/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου