Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

«Δεν γνωρίζω άλλο χρέος από την αγάπη»

Έχουμε εξορίσει την ομορφιά. Οι Έλληνες είχαν πάρει τα όπλα γι’ αυτήν. 

Για εμάς τους Μεσογειακούς η Ελλάδα είναι μια πηγή. Θέλω να πω ότι η Μεσόγειος έχει κάτι, ένα συστατικό στοιχείο, που της επιτρέπει να ισορροπεί τα πάντα και να μας δίνει πάντα ένα μάθημα μέτρου...

Τα μάτια μου θάμπωσαν από τη φωτεινότητα του γαλάζιου, όταν κολυμπούσα στα ιερά νερά, που απλώνονταν μέχρι τον Ναό. Τώρα μονάχα μπορώ να πω ότι έχω ζήσει...».

Είναι 42 χρονών και του ζητήθηκε να πάρει μέρος ως κεντρικός ομιλητής σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, ο Καμύ φιλοξενείται στο σπίτι του Άγγελου Κατακουζηνού.

Συναντιέται με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον Φαίδωνα Βεγλερή, τον Γιώργο Θεοτοκά, τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Ευάγγελο Παπανούτσο που επίσης παίρνουν μέρος στο συνέδριο.

Σε συνέντευξή του στον Λ. Καραπαναγιώτη των «Νέων», στις 28 Απριλίου 1955, λέει: «Για μένα η Ελλάδα είναι η πατρίδα, η θάλασσα, για εμάς τους μεσογειακούς είναι η πηγή. Η Μεσόγειος έχει ένα συστατικό στοιχείο που της επιτρέπει να ισορροπεί τα πάντα, μας δίνει το αίσθημα του μέτρου. Δέχεται την τρομακτική πίεση του σύγχρονου κόσμου, ανοίγεται στην εισβολή των ξένων ιδεολογιών κι ύστερα τους δίνει κάποια ισορροπία... 

Εμείς οι μεσογειακοί έχουμε ιστορία δύο χιλιετηρίδων, ενώ λ.χ. οι Γερμανοί δύο αιώνων. Μεταξύ τους είναι μοιραίο να υπάρχει κάποια διαφορά». Τη συζήτηση αποτύπωσε στο μαγνητόφωνο ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος.

Γράφει για τη Λέσβο: «Ανακάλυψα το μέρος στο οποίο θέλω να ζήσω. Πρόκειται για ένα πανέμορφο νησί, σχεδόν αρσενικό θα έλεγα. Θέλω να ζήσω εκεί, δίπλα στην θάλασσα, ατενίζοντας τα κύματα του Αιγαίου, αυτά τα κύματα που κουβαλούν επάνω τους τα αρώματα της πατρίδας μου, της Αλγερίας. 

Έχω ήδη εντοπίσει ένα μικρό σπίτι κοντά στην θάλασσα από το ποίο θα μπορώ να αποχαιρετώ τον ήλιο που δύει πάνω από το Αιγαίο, και ίσως έτσι καταφέρω να συνηθίσω την ιδέα του αποχωρισμού. Μπορώ να με φανταστώ πάνω σε μία μικρή βάρκα, να ταξιδεύω σαν τρελός μέσα στα κύματα.

 Όμως δεν με μάγεψε μόνο η ομορφιά του νησιού, αλλά και η ομορφιά των κατοίκων του. Θαυμάζω αυτούς τους ανθρώπους που από μακριά φαίνονται στεγνοί, όπως τα δέντρα της ελιάς που καλλιεργούν, αλλά αν τους παρατηρήσεις από κοντά είναι γεμάτοι πλούσιους φυσικούς χυμούς, και λάμπουν, όπως λάμπει το ασήμι στα φύλλα των ελαιόδεντρων.

Από τότε, η Ελλάδα πλανιέται κάπου μέσα μου, στα όρια της μνήμης μου, ακατάπαυστα.  Καταλαβαίνετε; Είναι ο τόπος των θεών και ό,τι ζητήσεις σου το δίνουν».

Όσο και αν αναπτύξει το πνεύμα του, ο άνθρωπος είναι ανήμπορος μπροστά σε αυτήν την μοίρα και το μόνο που του απομένει είναι η προσήλωση σε κάποιο ιδανικό ικανό να διαφυλάξει μέσα στον κόσμο τις υψηλότερες ηθικές και πνευματικές αξίες. Μίλησε για τον «κόσμο και τον πόνο», μέσα σε ένα σύμπαν που κείτεται σε συντρίμμια « με κατεδαφισμένα όλα τα ηθικά, ιδεολογικά και μεταφυσικά του στηρίγματα». Ωστόσο διακήρυξε την πίστη του στην εξέγερση.


Ο μύθος του Σίσυφου...

 Ο μύθος του Σίσυφου προέρχεται από την αρχαία ελληνική ιστορία και μυθοπλασία.Έχει όμως αντιστοιχίες  με την ζωή των ανθρώπων σε κάθε ιστορική περίοδο καθιστώντας τον ένα διαχρονικά επίκαιρο δοκίμιο για τη ζωή και το μόχθο του εργάτη παλιότερα αλλά και του σύγχρονου εργαζόμενου σήμερα.

 Σύμφωνα λοιπόν με τον μύθο ο Σίσυφος τιμωρήθηκε από τους «Κριτές των νεκρών» οι οποίοι του επέβαλλαν ως βασανιστήριο να κουβαλάει για πάντα έναν μεγάλο βράχο στην κορυφή ενός βουνού. Φτάνοντας ο βράχος στην κορυφή ,ξανακυλούσε κάτω και ο Σίσυφος έπρεπε να τον ανεβάσει ξανά, εγκλωβισμένος αιώνια στην ίδια αυτή σκληρή δοκιμασία. Υπάρχουν διάφορες ιστορίες οι οποίες εξηγούν το γιατί ο Σίσυφος τιμωρήθηκε. 

Μία από τις πιο γνωστές είναι :  Ο Σίσυφος υπήρξε σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία βασιλιάς στην Κόρινθο, που τότε ονομαζόταν Εφύρα. Ο μύθος γύρω από το όνομά του θα ξεκινήσει όταν θα συμμαχήσει με τον θεό Ασωπό εναντίον του Δία με αντάλλαγμα μια πηγή με νερό που θα αναβλύζει ασταμάτητα για να ποτίζει την ξερή γη της Κορίνθου.  

«Τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά δε σου εξασφαλίζουν ότι έχεις παιδεία»

Mάθημα ζωής!

«Έχω ζηλέψει στη ζωή μου, με την έννοια του θαυμασμού και όχι του φθόνου, τους καλούς επιστήμονες.  

Ρίτσαρντ Φάινμαν, ο Βέρνερ Καρλ Χάιζενμπεργκ, ο Πολ Ντιράκ.
 Έχω, επίσης, θαυμάσει και ζηλέψει το έργο του Τζέιμς Τζόις, του Αλμπέρ Καμί, του Ορσον Ουέλς».

Από το μόνο από το οποίο δεν μπορούμε να κρυφτούμε είναι ο εαυτός μας. Λέω, λοιπόν, συχνά στους φίλους μου ότι θέλω να είμαι εντάξει απέναντι στον εαυτό μου, να μην κάνω κακό σε άνθρωπο, γιατί όταν κοιτάζομαι το πρωί  στον καθρέφτη, θέλω να μου χαμογελάω και να σφυρίζω ωραίες, αγαπημένες μουσικές.
Θέλω να μην ντρέπομαι, όταν με αντικρύζω στον καθρέφτη. Γιατί όλοι μας ξέρουμε βαθιά μέσα μας ποιοι πραγματικά είμαστε και τι έχουμε ή δεν έχουμε κάνει. 

 «Πρέπει να στηριζόμαστε στους νέους. Η νέα γενιά, εξ ορισμού, έχει υποχρέωση να αντιμετωπίζει τα πράγματα και ναι, να τα αλλάζει. Λέμε συχνά ότι παραδίδουμε στους νέους έναν κατεστραμμένο κόσμο, αλλά μήπως και εμείς στα μέσα του περασμένου αιώνα τι βρήκαμε;

Δεν είχαμε να φάμε, τρώγαμε ψωμί με αλάτι, αλλά πολεμήσαμε. Πρέπει να πολεμήσουν και οι σημερινοί νέοι για τη ζωή που θέλουν να έχουν. Ας δουν το κινέζικο ιδεόγραμμα της κρίσης, το οποίο σημαίνει ταυτόχρονα και ευκαιρία. Να κάνουν αυτή την κρίση μια μεγάλη ευκαιρία».

«Πέρα από την εγκύκλια παιδεία, πιο σημαντική είναι η ευρύτερη καλλιέργεια και κουλτούρα κάθε ανθρώπου. Τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά δεν σου εξασφαλίζουν ότι έχεις παιδεία. 

Η παιδεία ξεκινά μέσα από την οικογένεια, από τα ‘μαθήματα’ που θα πάρει το παιδί πρακτικά, δια της μίμησης και του παραδείγματος, από τη μητέρα του και τον πατέρα του, και μετά έρχεται το σχολείο. Αυτά που υποφέρει σήμερα η Ελλάδα είναι αποτέλεσμα ελλειμματικής παιδείας, σε όλα τα επίπεδα».

 «Στη ζωή πάντα πίστευα πως για να πετύχει κάποιος πρέπει να έχει αίσθηση του ρίσκου...
 Αρα, το ρίσκο για μένα είναι συνυφασμένο με τις επιλογές μου. Όπως έχει πει και ο Καμί, μου αρέσουν οι άνθρωποι που ρισκάρουν και που πάνε μέχρι την άκρη του γκρεμού, αλλά ταυτόχρονα έχουν και τη σοφία να κάνουν πίσω, όταν πρέπει».

 «Από μικρή δύσκολα σιωπούσα, όταν έβλεπα ή άκουγα κάτι παράλογο ή άδικο. 

Δεν μπορώ να αντιστέκομαι στον πειρασμό να παίρνω θέση για πράγματα για τα οποία έχω ισχυρή γνώμη. Για παράδειγμα, πρόσφατα που ακούστηκε μέσα στη Βουλή από τον υπουργό Παιδείας ότι ‘η αριστεία είναι ρετσινιά’, απορώ πως δεν έγινε της κακομοίρας.

Πιστεύω θα μείνει στην ιστορία της Βουλής ότι ο υπουργός Παιδείας το 2015 δήλωσε πως ‘η αριστεία είναι ρετσινιά’ και δεν άνοιξε ρουθούνι. Όταν η επιστήμη έχει κάνει τόσα θηριώδη άλματα, όταν αυτά τα άλματα έχουν γίνει χάριν κάποιων αρίστων, μια τέτοια δήλωση είναι τουλάχιστον ακυρωτική».

  Πιστεύω πως οι ‘τρελοί’ πάνε αυτόν τον κόσμο μπροστά. 
Ο Αρχιμήδης, ο Ντα Βίντσι, ο Μότσαρτ είναι ιδιοφυείς τρελοί που άλλαξαν τον ρουν της επιστήμης και της τέχνης».

Την Υπονόμευση την   έχω νιώσει στο πετσί μου την υπονόμευση, τον φθόνο. 
Είναι πραγματικά απίστευτο πως κάποιοι άνθρωποι, αντί να ζουν και να απολαμβάνουν τη ζωή τους, ζουν μισανθρωπικά και τοξικά υπονομεύοντας τον διπλανό τους. Βρε, ζήστε τη ζωή σας και αφήστε τους άλλους να κάνουν ό,τι νομίζουν. 
Και αν κάνουν κάτι καλό, μιμηθείτε το, προχωρήστε το, εξελίξτε το».

Μαγιά ικανών ανθρώπων υπάρχει, λοιπόν. Τώρα, πως καταφέραμε και έχουμε φτάσει εδώ που έχουμε φτάσει, πρέπει να το δούμε πολύ σοβαρά. Πρέπει όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Γιατί αυτοί οι κύριοι που ήταν και είναι στη Βουλή εκλέγονται και δρουν με ‘εντολή λαού’, με δημοκρατικές διαδικασίες».